βούλλα


βούλλα
η (Μ βούλλα)
1. όργανο που φέρει στη μία επιφάνειά του ανάγλυφη ή έγγλυφη παράσταση και με το οποίο σφραγίζεται κάτι, σφραγίδα
2. το αποτύπωμα της σφραγίδας
3. επίσημο έγγραφο, σφραγισμένο με βούλλα ώστε να αποδεικνύεται η γνησιότητά του («παπική βούλλα»)
4. ύφασμα με το οποίο δένονται τα μάτια
νεοελλ.
1. κηλίδα, στίγμα ηθικό
2. διορισμός ή γραπτή άδεια με τη σφραγίδα αυτού που τα έχει εκδώσει
3. φρ. α) «κάνε βούλλα» — μην το ξεχάσεις
β) «καρπούζι...» ή «πεπόνι με τη βούλλα» — εκείνο από το οποίο έχει κοπεί τριγωνικό κομμάτι για δοκιμή
μσν.
1. σφαιρικό ή ομφαλωτό κόσμημα των Ρωμαίων
2. σφραγισμένο δισκίο από μόλυβδο ή άργυρο ή χρυσό που κρεμόταν από επίσημα έγγραφα·
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. bulla (-ae) «φυσαλλίδα
ομφαλωτό κόσμημα θυρών και ζωνών»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βούλλα — βούλλᾱ , βούλλα tin fem nom/voc/acc dual βούλλᾱ , βούλλα tin fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλλᾳ — βούλλᾱͅ , βούλλα tin fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλλας — βούλλᾱς , βούλλα tin fem acc pl βούλλᾱς , βούλλα tin fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλλαι — βούλλᾱͅ , βούλλα tin fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλλαν — βούλλᾱν , βούλλα tin fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῦλλαι — βούλλα tin fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλλαις — βούλλα tin fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλλης — βούλλα tin fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούλλῃ — βούλλα tin fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλλώνω — (Μ βουλλώνω) 1. σφραγίζω κάτι με βούλλα 2. σφραγίζω, κλείνω κάτι ερμητικά 3. βάζω σε κάποιον ή κάτι σημάδι για αναγνώριση 4. σημαδεύω, στιγματίζω με πυρακτωμένο σίδερο 5. επικυρώνω νεοελλ. 1. σκεπάζω με το πώμα, με το καπάκι 2. φράζομαι, παθαίνω… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.